Καλώς ορίσατε

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Μηλόπιτα...

Μια  υπέροχη και- παρ'  όλα αυτά- εύκολη μηλόπιτα.Από αυτές που κάνουν το σπίτι να μοσχομυρίζει και τα παιδιά, όταν έχουν πια  πετάξει μακριά του,να επιστρέφουν σ' αυτό με νοσταλγία...
Βάλτε σε ένα ταψάκι ένα ποτήρι(εγώ βάζω λιγότερο) ζάχαρη και μια κούπα βούτυρο ή βιτάμ ή (το υγιεινότερο) λάδι.Βάλτε το στο φούρνο ή πάνω στη σόμπα,φροντίζοντας να λιώσουν αργά ώστε να μην κολλήσει η ζάχαρη και μαυρίσει.
Κατόπιν κόψτε μήλα (ένας φίλος μου -πέρσης στην καταγωγή- λέει πως η καλύτερη μηλόπιτα γίνεται με ξινόμηλα, αλλά σ' εμένα δεν αρέσει καθόλου η ιδέα κι έτσι δεν το έχω δοκιμάσει) και τοποθετήστε τα μέσα στο ταψάκι.



Κατόπιν χτυπήστε στο μίξερ αυγά,ζάχαρη και αλεύρι φαρίνα σε αναλογία ένα προς ένα( σύμφωνα με τη συνταγή).Για το ταψάκι που βλέπετε έβαλα 7 αυγά, εφτά φλυτζανάκια του καφέ αλεύρι και 5 φλυτζανάκια ζάχαρη(δεν μας αρέσει πολύ γλυκό).Το μίγμα ρίξτε το πάνω από τα μήλα φροντίζοντας να πάει παντού.





Ψήστε τη μηλόπιτα στη θερμοκρασία που ψήνετε τα κέικς ( εγώ, που έχω φούρνο γκαζιού, την ψήνω στους 175 βαθμούς για μια ώρα.)

Βάλτε πάνω από το ταψί την πιατέλα και αναποδογυρίστε τη μηλόπιτα, αφού πρώτα με ένα μαχαίρι ξεκολήσετε το κέικ από τα τοιχώματα του ταψιού.

Τραβήξτε το ταψί και...................

Πασπαλίστε με κανέλλα και-όταν κρυώσει- με ζάχαρη άχνη.



Καλή επιτυχία...
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                              

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Καλημέρα και σήμερα με μια αλλιώτικη...Παραμονή Χριστούγεννα...

 
Το όγδοο στολιδάκι του χριστουγεννιάτικου δέντρου μου είναι το πιο τρυφερό και νοσταλγικό που μου έλαχε ποτέ..Διηγείται μια Παραμονή Χριστουγέννων στο μακρινό Αιβαλί στη Μ.Ασία...όταν εκεί ζούσαν ακόμη έλληνες...Εποχές με μια ξεχωριστή ζεστασιά παρά τη δυσκολία της ζωής...Εποχές που καλοδέχονταν τα θαύματα...που πίστευαν σε αυτά...Αβραμιαία πράγματα...

Φώτης Κόντογλου - Παραμονὴ Χριστούγεννα

Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.
Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.
Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.
Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.
Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα: τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη.
Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ - ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες, δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. «Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά, αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία.
Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε.
Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:
— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!...
Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:
— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο..., σκυλὶ ψοφᾶ!
Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς!
Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.
Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.
Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:
Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη...
Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:
Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.
Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.
Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.
Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.
Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.
Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.
Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.
Καὶ εἰς ἔτη πολλά.
Μπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.
Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!
Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.
Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.
Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ.
Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι.
Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ. Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα.
Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί. Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ.
Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ.
Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός.
Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ.
Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε. Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε:
Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα!
Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε:
«Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;...
Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:
Δὲν μπορεῖ! Κάτιτις θὰ ὑπάρχει…
Καὶ δὲν ξαναμίλησε.


Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Καλημέρα και σήμερα...με μια...αφιέρωση...

 
Το έβδομο στολιδάκι του χριστουγεννιάτικου δέντρου μου(http://vasanakia.blogspot.gr/2013/11/blog-post_27.html) είναι από τα πιο αγαπημένα...Το βρήκα χαραγμένο πάνω στην καρδιά μου...γιατί -όταν το διάβασα στο περιοδικό "Επίγνωση"-αισθάνθηκα την αλήθεια,το πάθος,την αγάπη που κρύβει μέσα του...Από τότε το διαβάζω σχεδόν καθημερινά...για να μου θυμίζει όταν η ζωή με κάνει να ξεχνάω...Δεν είναι μόνο χριστουγεννιάτικο,ούτε μόνο του χρόνου τούτου...είναι διαχρονικό...Είναι αφιερωμένο στους αληθινούς ανθρώπους ...που μόνο σαν αετοί μπορούν να ζήσουν...αλλιώς προτιμούν να μην ζήσουν καθόλου...
Ξεκίνησα να γράφω αυτές τις γραμμές στα τέλη του Γενάρη του 2006. Μετά από μια κουβέντα με την Έλλη στο Μοναστηράκι. Μετά από πολλές κουβέντες σε σπίτια, σε δρόμους, σε σκαλιά, σε παγκάκια, σε εκκλησίες, σε ταβέρνες, σε πορείες, σε τρένα, σε συναυλίες και παραλίες. Με ανθρώπους διαφορετικούς, που υπήρξαν δώρο για μένα. Μεθυσμένη και ξεμέθυστη. Χαρούμενη και κλαμένη. Ήρεμη και θυμωμένη. Ωστόσο πάντα ερωτευμένη και παθιασμένη. Έτσι η προσπάθεια αυτή τελικά έγινε:
Γι’ αυτούς που μπορούν να υπάρξουν μονάχα ολόκληροι: χωρίς την ψυχή τους είναι πτώματα, ενώ χωρίς το κορμί τους φαντάσματα. Που αγαπούν ολόκληροι: πάει να πει σωματικά: μ’ ένα άγγιγμα που θεραπεύει κι ένα ζεστό πιάτο φαΐ. Που ρίχνονται στη ζωή χωρίς καβάτζες, όπως σε κάθε μεγάλο έρωτα, δίχως να νοιάζονται για την εξασφάλισή τους.
Γι’ αυτούς που ελπίζουν σαν την πόρνη και το ληστή: χωρίς καμιά βεβαιότητα, καμιά θωράκιση, ανοιχτοί.
Που γνωρίζουν ότι δεν είναι τίποτα από μόνοι τους: υπήρξαν πάντοτε γιοι και κόρες, φίλοι και αδελφοί, εραστές· κι αν κάτι είχε αλλάξει δεν θα ήταν αυτοί που είναι. Που προσεύχονται την ώρα που σφουγγαρίζουν ή κάνουν έρωτα γιατί η Αγάπη είναι ο τρόπος που υπάρχουν.
Για τους εφήβους όλων των ηλικιών, γιατί εφηβεία είναι όταν όλα παίζονται κι όλα μπορούν να συμβούν αφού τίποτα δεν έχει βαλτώσει ακόμα στη συνήθεια. Είναι τότε που συμβαίνουν τα θαύματα. Για τους απλούς που ζουν μες στην πρωτόκτιστη αθωότητα.
Γι’ αυτούς που δεν φοβούνται να γυμνωθούν και να εκτεθούν, γιατί τίποτα δεν πόθησαν παραπάνω από αυτό: λίγη ειλικρίνεια.
Που δεν φοβούνται να μαλώσουν με το Θεό, όπως με κάθε Αγαπημένο, γιατί δεν έχουν μάθει να κρύβονται. Που δεν φοβούνται τίποτα γιατί «η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο».
Για τους παππούδες και τις γιαγιάδες με τα ρυτιδωμένα μέτωπα και τα ροζιασμένα χέρια που μοιάζουν παλιωμένα κουκούλια απ’ όπου θα βγει η μεταμορφωμένη πεταλούδα.
Για όσους ξέρουν ότι το δύσκολο δεν είναι να στείλεις sms για τους σεισμοπαθείς στην Ινδία, αλλά το ν’ αντέξεις τον διπλανό σου με σάρκα και αίμα, πάνω στη δική σου σάρκα, στα δικά σου νεύρα· κι εκεί ζυγίζεται η αλήθεια του ανθρώπου.
Όσους μπορούν να δεχτούν ότι δεν τους αγαπούν επειδή το αξίζουν.
Για εκείνους που αγαπούν χωρίς υποχρέωση, χωρίς να περιμένουν ανταπόδοση αφού πιστεύουν πως όλα τελειώνουν εδώ. Κι όμως δεν μπορούν να υπάρξουν αλλιώς.
Που τους αρκεί το να ’ναι κανείς άνθρωπος για να κινήσουν γη και ουρανό για χάρη του.
Για όσους έχουν κάνει τις πιο μεγάλες κουβέντες με το Θεό πέντε η ώρα το πρωί στο Θησείο κλωτσώντας άδεια μπουκάλια μπύρες.
Για το πρεζόνι που μου ’δωσε την ευχή «τη γλύκα του Χριστού να ’χεις» για μισό χαμόγελο κι ένα τσιγάρο.
Γι’ αυτούς που δεν μπορούν ν’ αποδεχτούν έναν Θεό που καταλαβαίνουν. Μπορούν μονάχα να ζήσουν έναν Θεό που τους φλερτάρει σε κάθε βήμα.
Που αδυνατούν να κλειστούν αυτιστικά στις ενοχές που τους χωρίζουν απ’ τους άλλους.
Για τους ελεύθερους, που δεν τους ενδιαφέρει να επιβάλλονται, αλλά δεν μπορούν και να τους επιβληθούν.
Για όσους «τι κρίμα, παντού περισσεύουν» για τα μέτρα του κόσμου.
Για εκείνους που ζουν μ’ έναν Θεό Νυμφίο και μανικό Εραστή αφού την ομορφιά της ζωής την έμαθαν με τον έρωτα: τα ηλιοβασιλέματα και τ’ αστέρια της νύχτας.
Για τους ταπεινούς που τα δέχονται όλα όπως η γη: χωρίς να διαμαρτύρονται τα κάνουν δέντρα και λουλούδια.
Γι’ αυτούς που δεν συμβιβάζονται με ό,τι μειώνει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Που μάτωσαν στις εξεγέρσεις προτού καταλάβουν ότι ο κόσμος αλλάζει μόνο αν αφήσεις να σου σταυρώσουν ό,τι σε χωρίζει από όλους και όλα.
Για εκείνους που είδαν τους φίλους τους ν’ αυτοκαταστρέφονται μες το αλκοόλ και τις ουσίες, αρνούμενοι να επιβιώσουν επειδή λαχταρούσαν να ζήσουν.
Εκείνους που προτίμησαν να χαθούν μέσα στο πάθος τους για τη ζωή παρά να χάσουν το πάθος τους.
Για όσους συντριμμένα χαρίζουν τα κομματάκια τους στο Θεό να τους τα ενώσει: να τους σώσει, να τους φτιάξει ολόκληρους, αυτό που όντως είναι.
Όσους ζουν με τη λαχτάρα να γίνει ο Χριστός «τα πάντα τοις πάσι», ν’αναστηθούν «ίνα ώσι έν», χωρίς περιορισμούς, χωρίς να νοιάζονται για τα πότε και τα πώς.
Γι’ αυτούς που μπήκαν στην εκκλησία με το αίτημα: «το απρόσληπτον και αθεράπευτον», που σημαίνει: ή θα μ’ αντέξει γιατί εγώ ο ίδιος δεν αντέχω τον εαυτό μου, ή θα με χωρέσει γιατί δεν χωράω πουθενά ή τίποτα.
Που τις στιγμές της τρέλας τους φωνάζουν: «ή κι οι τρίχες του κεφαλιού μου είναι μετρημένες ή τίποτα δεν βγάζει νόημα».
Που σηκώνουν τη γροθιά στον ουρανό: «ας με κολάσεις χίλιες φορές, φτάνει να υπάρχεις».
Γι’ αυτούς που ζουν τον Παράδεισο και την Κόλαση εδώ και τώρα γιατί έτσι παίζεται το παιχνίδι. Για όσους ζουν σαν δώρο το πρώτο μπάνιο του καλοκαιριού, ένα ποτήρι νερό, το πρώτο φύλλο της μουριάς, έναν χορό όπου κανείς δεν φυλάει τον εαυτό του.
Όσους δεν μπερδεύονται με το τι σημαίνει καλό και τι κακό αφού όλα είναι Αγάπη και άρνησή της.
Για εκείνους που είμαι καρφιά στα μάτια τους αφού δεν ξέρουν που να με κατατάξουν για να ηρεμήσουν. Γι’ αυτούς που μ’ αγκαλιάζουν και με κρατούν. Αυτούς που μ’ εμπιστεύονται.
Αυτούς που δεν ντρέπονται για μένα. Αυτούς που κάνουν όπως ο Χριστός.


Ν.Π. περ. ΕΠΙΓΝΩΣΗ άσκηση στη διάκριση των γεγονότων (τ.χ. 96, Καλοκαίρι 2006)

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Καλημέρα και σήμερα με τα χριστούγεννα ...παλιά...


Το έκτο στολιδάκι του χριστουγεννιάτικου δέντρου μου(http://vasanakia.blogspot.gr/2013/11/blog-post_27.html) το βρήκα στο περιοδικό Λυδία...Ο συγγραφέας του δεν αναφέρονταν...Ίσως από ταπεινοφροσύνη ή ίσως πάλι γιατί οι συγγραφείς του θα μπορούσαν να είναι πολλοί....Άνθρωποι της δικιάς μου γενιάς,που έζησαν φτωχά και στερημένα τα παιδικά τους χρόνια,αλλά που-ω του θαύματος-καθόλου δεν τα θυμούνται με απέχθεια...Αντίθετα μάλιστα...σήμερα -στους καιρούς  της ευμάρειας,όπου τίποτα υλικό δεν μας λείπει-τα νοσταλγούν και τα εύχονται για τα παιδιά και τα εγγόνια τους...Ίσως γιατί τώρα καταλαβαίνουν ότι "Τη πτωχεία τα πλούσια"και τα ουσιαστικά...
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ,ΠΡΩΤΟΥΓΕΝΝΑ,ΠΡΩΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ...
"Κάθε χρόνο ο μήνας Δεκέμβριος ξυπνά μέσα μας μνήμες νοσταλγικές με την προσδοκία της γιορτής των Χριστουγέννων,και αναζωπυρώνει την λησμονημένη ανακαινιστική δύναμη αυτής της "πρώτης γιορτής του χρόνου".Βεβαίως,η Εκκλησία μας μας προετοιμάζει από τις 15 Νοεμβρίου με την νηστεία και την μεστή από δογματικό και θεολογικό περιεχόμενο υμνολογία της,για το κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονός της Ενανθρωπήσεως.
Στο μεταίχμιο του αιώνος που έφυγε και του νέου που ήδη οδεύουμε,φαίνεται να έχει εξασθενήσει ή να έχει φθαρεί το λεπτό εκείνο αισθητήριο,που μας έδινε τη δυνατότητα της μυήσεως και της μετοχής στα μηνύματα της εορτής,έστω και αν δεν καταλαβαίναμε τη σημασία των λέξεων.
Ήταν απλή,όμορφη,ευλογημένη η ζωή,όπως τη ζούσαμε στα αγροτικά χωριά μας,και οι θρησκευτικές γιορτές έδιναν χρώμα και νόημα στον καθημερινό μας βίο.Είναι όμως αλήθεια ότι κυρίως η γιορτή των Χριστουγέννων διέγειρε την προσμονή και την λαχτάρα μας,περισσότερο από ό,τι οι άλλες Δεσποτικές ή Θεομητορικές γιορτές.
Την γιορτάζαμε οικογενειακά,και πάντως μέσα στο κλίμα και την ατμόσφαιρα του μεγάλου αυτού γεγονότος,που το νιώθαμε απόλυτα οικείο.
Δεν υπήρχε τότε η ευμάρεια που παχύνει τις πνευματικές αισθήσεις.Και ίσως τώρα λειτουργεί σε βάρος του περιεχομένου η εξωτερική φαντασμαγορική διακόσμηση των ημερών,οι λογής-λογής,εισαγόμενες εν πολλοίς,αγοραστικές προκλήσεις,ο καταναλωτικός πυρετός και η πάση θυσία επιδιωκόμενη ευωχία,που δεν μας λείπει ούτε τον άλλο καιρό!!Που,λοιπόν,να μείνει χρόνος να αναζητήσουμε τον ενανθρωπήσαντα Θεό μας στην ταπεινή φάτνη της Βηθλεέμ και να σταθούμε εκστατικοί μπροστά στη θεία συγκατάβαση!
Στα ταπεινά φτωχόσπιτα του χωριού μου γιορτάζαμε τον ερχομό του Χριστού σαν προσωπική μας γιορτή.Ο Χριστός που γεννήθηκε πιο φτωχικά από όλα τα παιδιά του χωριού μου,μέσα σε ένα σταύλο,στο παχνί,και ήρθε ανάμεσά μας συντροφευμένος από αυτή τη συγκινητική ανέχεια,ήταν πολύ οικείος μας.Και στο βάθος της καρδιάς μας σιγόκαιγε η προσμονή της γιορτής της γεννήσεώς του και μας γέμιζε με μια μυστική ανέκφραστη χαρά.Μια χαρά που δεν συνδεόταν με καμμιά ιδιοτέλεια,όπως π.χ. με την απόκτηση κάποιου δώρου,κάποιου καινούργιου ρούχου,που τόσο μας έλειπε,ή κάποιου παιχνιδιού.
Άλλωστε,το μόνο παιχνίδι που θα μπορούσαμε ίσως να ελπίζουμε ότι θα έρθει στην κατοχή μας,ήταν η πολυπόθητη "φούσκα",δηλαδή η ουροδόχος κύστη του γουρουνιού,που στα περισσότερα σπίτια έσφαζαν τέτοιες ημέρες.Ο τυχερός που κατόρθωνε να την φτάσει πρώτος,καθώς οι άντρες βγάζοντάς την από το σφαγμένο ζώο,την πετούσαν ψηλά και μακριά,γελώντας καλόκαρδα με την λαχτάρα μας,την χτυπούσε πάνω στις πέτρες μέχρι να εκλεπτυνθεί.Τότε την σήκωνε από τα χώματα και,παρά την βρωμιά της,την έβαζε στο στόμα και την φούσκωνε τρισευτυχισμένος.Ήταν ένα πρώτης τάξεως μπαλόνι,φυσικό και ανθεκτικό,με το οποίο παίζαμε "πάσσες" για πολλές ήμέρες.
Με το κρέας του γουρουνιού και τα παράγωγα-τσιγαρίδες,λίπος-"αρταινόταν" η οικογένεια σχεδόν μέχρι τη Σαρακοστή του Πάσχα.Αυτή ήταν η μόνη γαστρονομική απόλαυση των Χριστουγέννων.Τον άλλο καιρό τα περισσότερα σπιτικά περνούσαν με ασκητική σχεδόν λιτότητα.Έτσι όμως συνηθίζαμε στην ολιγάρκεια και μαθαίναμε να εκτιμούμε και το λίγο που είχαμε.
Αλλά τα Χριστούγεννα σε μας τα παιδιά επεφύλασσαν και την μοναδικότητα της χαράς των καλάντων.Μόλις ξημέρωνε η παραμονή,δεν κρατιόμασταν.Σαν χάραζε ο Θεός την μέρα του,διαλέγαμε ένα ίσιο κλαδί από πουρνάρι,καθαρίζαμε τη λαβή με το μαχαίρι,και ετοιμάζαμε τα στολίδια.Το παραδοσιακό καραβάκι μας ήταν παντελώς άγνωστο,μια και δεν είχαμε δει ποτέ θάλασσα.Ήμασταν στεριανοί άνθρωποι του κάμπου,που όσον ιδρώτα κι αν έπινε,έμενε πάντα του στεγνός.Αυτό το κλαδί το στολίζαμε με βαμβάκι,για να μοιάζει χιονισμένο,και με μικρά ανθρωπάκια-κουκλίτσες από μαλλί,που χρησιμοποιούσαν για κέντημα οι μεγαλύτερες κοπέλες. Κρεμούσαμε, ακόμη στα κλαδιά του τίποτε χρωματιστά χαρτιά που ξέπεφταν στα χέρια μας και τα γνωστά "σκαλιστά" με τα ευτραφή αγγελάκια.
Μετά το μεσημεριανό φαγητό δεν μας κρατούσε τίποτε.Μήτε το τσουχτερό κρύο μήτε το χιόνι και ο βοριάς,που σφύριζε μανιασμένα και σώρευε βουναλάκια το χιόνι στους τοίχους των σπιτιών.Συχνά οι γονείς μας μας απέτρεπαν εξ αιτίας του καιρού,με διάφορες υποσχέσεις,μα υποχωρούσαν τελικά στα παρακάλια μας.Γιατί δεν ήταν τόσο τα κάστανα και τα ξυλοκέρατα,με τα οποία συνήθως μας φιλοδωρούσαν οι νοικοκυρές,όσο η χαρά που με τίποτε δεν μπορούσε να ανταλλαγεί.Που και που παίρναμε και κανένα φιρίκι.Το πορτοκάλι ήταν σπάνιο.Μόνο κάποιος συγγενής μπορούσε να κάνει τέτοια μεγαλόδωρη χειρονομία.Για χρήματα,ούτε λόγος.
Με γεμάτο το πάνινο σακκούλι μας-τη σχολική μας τσάντα-αφού είχαμε περπατήσει όλους τους σκοτεινούς τότε δρόμους του χωριού,γυρίζαμε στο σπίτι,ξυλιασμένοι,μα πανευτυχείς.Εκεί μας περίμενε η θαλπωρή της ζεστασιάς της ξυλόσομπας,που πάνω της το τσαϊερό τσιτσίριζε μονότονα,βγάζοντας ευωδιαστό ατμό από το τσάι που σιγόβραζε.Η μητέρα έτριβε τα παγωμένα χέρια μας να ζεσταθούν κι έστηνε αμέσως τον σοφρά.Παραμονή Χριστούγεννα,τσάι και ελιές ή χαλβάς το βραδινό μας,γιατί την άλλη μέρα θα κοινωνούσαμε.
Πριν ακόμη φέξει ήμασταν στο πόδι,έτοιμοι,περιμένοντας την καμπάνα.Πανέμορφη φάνταζε η εκκλησιά μας,λουσμένη στο ιλαρό φως των καντηλιών και των κεριών.Το θυμίαμα ευωδίαζε τον χώρο και δημιουργούσε κατανυκτική την ατμόσφαιρα.Οι επίτροποι συνδαύλιζαν τη φωτιά και γέμιζαν τη θερμάστρα με χοντρά ξύλα.Ο ψάλτης τερέτιζε τις μελωδικές καταβασίες των Χριστουγέννων και η καμπάνα γλυκόλαλη το διαλαλούσε μελωδικά και χαρούμενα.Τα σκαμμένα από τους κόπους πρόσωπα των χωριανών,λίγο λίγο άλλαζαν όψη.Καρτερικά και σφιγμένα στην αρχή,σιγά σιγά χαλάρωναν και γινόταν ιλαρά.
Όμοια μεταμορφωνόταν όλα μέσα στο ναό και μια λαμπρότητα άλλου κόσμου τύλιγε τους ανθρώπους και τα πράγματα.Κι ωδεύαμε προσκυνητές στη φάτνη μαζί με τους βοσκούς και τους μάγους κι ακούγαμε το θελκτικό τραγούδι των αγγέλων που ανεβοκατέβαιναν από τον ουρανό στη φάτνη,όπου είχε ανακλιθεί ταπεινά ο μέγας αναμενόμενος.Τα ζώα του στάβλου παρακολουθούσαν-ανυποψίαστα τάχα;-με τα μεγάλα σοβαρά μάτια τους την αγία Οικογένεια και μεις ανάμεσά τους εκστατικοί συμμετείχαμε στο Μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως.Κι όταν έβγαινε ο καλός παπάς μας μειλίχιος,λαμπερός στην Ωραία Πύλη,σπεύδαμε οι μικροί πρώτα να πάρουμε μέσα μας το νεογέννητο Χριστό,να τον ανακλίνουμε στη φάτνη της παιδικής μας καρδιάς.Ναι,τον τυλίγαμε στα ζεστά σπάργανα της αγάπης μας και τον νοιώθαμε μέσα μας ολοζώντανο.Και γυρίζαμε στο σπίτι χαρούμενοι,ευτυχισμένοι,γιατί η χάρις του Θεού ανεπλήρωσε,όντως,τα ελλείποντα.
Πέρασαν από τότε χρόνια...Ακούσαμε μελωδικότερες χριστουγεννιάτικες θείες λειτουργίες και σε μεγαλοπρεπέστερους ναούς.Μα όπως ένοιωθα τότε παιδί το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού,ποτέ δεν το ξανάνοιωσα.Γιατί,πως να βρούμε την απωλεσθείσα παιδικότητά μας;Πως να συμβιβάσθούμε με τη θεληματική στέρηση και τη λιτότητα;Πως ν΄ακούσουμε τα μηνύματα τ΄ουρανού που μας έχει απορροφήσει η γη;Πως να μπορούμε να ψάλλουμε,με κλειδωμένη στους άλλους την καρδιά,τα κάλαντα των παιδικών μας χρόνων,όταν για τον ταπεινό Χριστό της φάτνης δεν υπάρχει και σήμερα "τόπος" μέσα στα ευρύχωρα πια καταλύματά μας,τα καταστόλιστα για τη γιορτή των Χριστουγέννων;Παρά ταύτα,κάθε χρονιά μας συνεπαίρνει και ως κάποιο βαθμό ανακαινίζει τα έγκατά μας το υπερκόσμιο μήνυμα των Χριστουγέννων,αυτής της "πρώτης γιορτής του χρόνου"!"
 (Λυδία,τευχος406)
...καλές οι προετοιμασίες του σπιτιού για τον ερχομό των Χριστουγέννων...χωρίς νόημα όμως αν πρώτα δεν στρώσουμε τη φάτνη της καρδιάς μας να Τον υποδεχτούμε...Είθε...

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Καλημέρα και σήμερα με το...βλογημένο μαντρί...

 
Το πέμπτο στολιδάκι του δέντρου μου σήμερα(http://vasanakia.blogspot.gr/2013/11/blog-post_27.html)...το βρήκα κρυμμένο σε ένα παλιό βιβλίο των Νεοελληνικών κειμένων της Α΄ Γυμνασίου...πάρα πολύ καιρό είχε εκεί το σπίτι του και περίμενε υπομονετικά το Δεκέμβρη να αναπαύσει τις ψυχές των μικρών μαθητών που ακόμη πιστεύαν στα θαύματα....Όμως εδώ και λίγα χρόνια εκδιώχθηκε από εκεί...για να πάρει τη θέση του η ιστορία του Σκρουτζ...και μάλιστα το πρώτο μέρος της που τελειώνει με τη ρήση:"Μισώ τα Χριστούγεννα"...Και τα παιδιά...πιστεύουν όλο και λιγότερο πια στην ομορφιά της ζωής...

ΤΟ ΒΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΑΝΤΡΙ,ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Κάθε χρόνο ὁ Ἅγιος Βασίλης τὶς παραμονὲς τῆς Πρωτοχρονιᾶς γυρίζει ἀπὸ χώρα σὲ χώρα κι ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, καὶ χτυπᾶ τὶς πόρτες γιὰ νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τὸν δεχτεῖ μὲ καθαρὴ καρδιά. Μία χρονιὰ λοιπόν, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ τράβηξε. Ἤτανε σὰν καλόγερος ἀσκητής, ντυμένος μὲ κάτι μπαλωμένα παλιοράσα, μὲ χοντροπάπουτσα στὰ ποδάρια του καὶ μ᾿ ἕνα ταγάρι περασμένο στὸν ὦμο του. Γι᾿ αὐτὸ τὸν παίρνανε γιὰ διακονιάρη καὶ δὲν τ᾿ ἀνοίγανε τὴν πόρτα. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἔφευγε λυπημένος, γιατὶ ἔβλεπε τὴν ἀπονιὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ συλλογιζότανε τοὺς φτωχοὺς ποὺ διακονεύουνε, ἐπειδὴς ἔχουνε ἀνάγκη, μ᾿ ὅλο ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κανέναν, κι οὔτε πεινοῦσε, οὔτε κρύωνε.
Ἀφοῦ βολόδειρε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, κι ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ χῶρες πολλὲς κι ἀπὸ χιλιάδες χωριὰ καὶ πολιτεῖες, ἔφταξε στὰ ἑλληνικὰ τὰ μέρη, πού ῾ναι φτωχὸς κόσμος. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ χωριὰ πρόκρινε τὰ πιὸ φτωχά, καὶ τράβηξε κατὰ κεῖ, ἀνάμεσα στὰ ξερὰ βουνὰ ποὺ βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.
Περπατοῦσε νύχτα κι ὁ χιονιᾶς βογκοῦσε, ἡ πλάση ἤτανε πολὺ ἄγρια. Ψυχὴ ζωντανὴ δὲν ἀκουγότανε, ἐξὸν ἀπὸ κανένα τσακάλι ποὺ γάβγιζε.

Ἀφοῦ περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ᾿ ἕνα ἀπάγκιο ποὺ ἔκοβε ὁ ἀγέρας ἀπό ῾να μικρὸ βουνό, κι εἶδε ἕνα μαντρὶ κολλημένο στὰ βράχια. Ἄνοιξε τὴν αὐλόπορτα ποὺ ἤτανε κανωμένη ἀπὸ ἄγρια ρουπάκια καὶ μπῆκε στὴ μάντρα. Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ πιάσανε καὶ γαβγίζανε. Πέσανε ἀπάνω του νὰ τὸν σκίσουνε· μά, σὰν πήγανε κοντά του, σκύψανε τὰ κεφάλια τους καὶ σερνόντανε στὰ ποδάρια του, γλείφανε τὰ χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα καὶ κουνούσανε παρακαλεστικὰ τὶς οὐρές τους.
Ὁ Ἅγιος σίμωσε στὸ καλύβι τοῦ τσομπάνου καὶ χτύπησε τὴν πόρτα μὲ τὸ ραβδί του καὶ φώναξε:
«Ἐλεῆστε με, χριστιανοί, γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀποθαμένων σας! Κι ὁ Χριστὸς μᾶς διακόνεψε σὰν ἦρθε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!».
Ἡ πόρτα ἄνοιξε καὶ βγῆκε ἕνας τσομπάνης, παλικάρι ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, μὲ μαῦρα γένια· καὶ δίχως νὰ δεῖ καλὰ καλὰ ποιὸς χτυποῦσε τὴν πόρτα, εἶπε στὸ γέροντα:
«Πέρασε μέσα στ᾿ ἀρχοντικό μας νὰ ζεσταθεῖς! Καλὴ μέρα καὶ καλὴ χρονιά!».
Αὐτὸς ὁ τσομπάνης ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπάικας, ποὺ τὸν λέγανε Γιάννη Βλογημένον, ἄνθρωπος ἀθῶος σὰν τὰ πρόβατα ποὺ βόσκαγε, ἀγράμματος ὁλότελα.
Μέσα στὴν καλύβα ἔφεγγε μὲ λιγοστὸ φῶς ἕνα λυχνάρι. Ὁ Γιάννης, σὰν εἶδε στὸ φῶς πὼς ὁ μουσαφίρης ἤτανε γέροντας καλόγερος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνασπάστηκε καὶ τό ῾βαλε ἀπάνω στὸ κεφάλι του. Ὕστερα φώναξε καὶ τὴ γυναίκα του, ὡς εἴκοσι χρονῶ κοπελούδα, ποὺ κουνοῦσε τὸ μωρό τους μέσα στὴν κούνια. Κι ἐκείνη πῆγε ταπεινὰ καὶ φίλησε τὸ χέρι τοῦ γέροντα, κι εἶπε:
«Κόπιασε, παπποῦ, νὰ ξεκουραστεῖς».
Ὁ Ἅγιος Βασίλης στάθηκε στὴν πόρτα καὶ βλόγησε τὸ καλύβι κι εἶπε:
«Βλογημένοι νά ῾σαστε, τέκνα μου, κι ὅλο τὸ σπιτικό σας! Τὰ πρόβατά σας νὰ πληθαίνουν ὡς τοῦ Ἰὼβ μετὰ τὴν πληγὴν καὶ ὡς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὡς τοῦ Λάβαν! Ἡ εἰρήνη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι μαζί σας!».
Ὁ Γιάννης ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι καὶ ξελόχισε ἡ φωτιά. Ὁ Ἅγιος ἀπίθωσε σὲ μία γωνιὰ τὸ ταγάρι του, ὕστερα ἔβγαλε τὸ μπαλωμένο τὸ ράσο του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του. Τὸν βάλανε κι ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιά, κι ἡ γυναίκα τοῦ ῾βαλε καὶ μία μαξιλάρα ν᾿ ἀκουμπήσει.
Ὁ Ἅγιος Βασίλης γύρισε κι εἶδε γύρω του καὶ ξανάπε μέσα στὸ στόμα του:
«Βλογημένο νά ῾ναι τοῦτο τὸ καλύβι!».
Ὁ Γιάννης μπαινόβγαινε, γιὰ νὰ φέρει τό ῾να καὶ τ᾿ ἄλλο. Ἡ γυναίκα του μαγείρευε. Ὁ Γιάννης ξανάριξε ξύλα στὴ φωτιά.
Μονομιᾶς φεγγοβόλησε τὸ καλύβι μὲ μίαν ἀλλιώτικη λάμψη καὶ ἐφάνηκε σὰν παλάτι. Τὰ δοκάρια σὰν νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οἱ πυτιὲς ποὺ ἤτανε κρεμασμένες σὰν νὰ γινήκανε χρυσὰ καντήλια, καὶ τὰ τυροβόλια κι οἱ καρδάρες καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, λὲς κι ἤτανε διαμαντοκολλημένα. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὴ φωτιὰ εὐωδιάζανε σὰν μοσκολίβανο καὶ δὲν τρίζανε, ὅπως τρίζανε τὰ ξύλα τῆς φωτιᾶς, παρὰ ψέλνανε σὰν τοὺς ἀγγέλους πού ῾ναι στὸν Παράδεισο.
Ὁ Γιάννης ἤτανε καλὸς ἄνθρωπος, ὅπως τὸν ἔφτιαξε ὁ Θεός.
Φτωχὸς ἤτανε, εἶχε λιγοστὰ πρόβατα, μὰ πλούσια καρδιά: «Τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια!». Ἤτανε αὐτὸς καλός, μὰ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα. Κι ὅποιος τύχαινε νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα τους, ἔτρωγε κι ἔπινε καὶ κοιμότανε. Κι ἂν ἤτανε καὶ πικραμένος, ἔβρισκε παρηγοριά. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονὴ τῆς χάρης του, κι ἔδωσε τὴν εὐλογία του.
Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς οἰκουμένης, ἀρχόντοι, δεσποτάδες κι ἐπίσημοι ἀνθρώποι, πλὴν ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν τέτοιον ἄνθρωπο, παρὰ πῆγε στὸ μαντρὶ τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.
Σὰν βολέψανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸ γέροντα:
«Γέροντα, μεγάλη χαρὰ ἔχω ἀπόψε ποὺ ἦρθες, ν᾿ ἀκούσουμε κι ἐμεῖς κανένα γράμμα, γιατὶ δὲν ἔχουμε ἐκκλησία κοντά μας, μήτε κἂν ῥημοκλήσι. Ἐγὼ ἀγαπῶ πολὺ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας, κι ἂς μὴν τὰ καταλαβαίνω, γιατὶ εἶμαι ξύλο ἀπελέκητο. Μία φορὰ μᾶς ἦρθε ἕνας γέροντας Ἁγιονορίτης καὶ μᾶς ἄφησε τούτη τὴν ἁγιωτικὴ φυλλάδα, κι ἂν λάχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιὰ φορά, τὸν βάζω καὶ τὴ διαβάζει. Ἐγὼ ὅλα ὅλα τὰ γράμματα ποὺ ξέρω εἶναι τρία λόγια ποὺ τά ῾λεγε ἕνας γραμματιζούμενος, ποὺ ἔβγαζε λόγο στὸ χωριό, δυὸ ὧρες ἀπὸ δῶ, κι ἀπὸ τὶς πολλὲς φορὲς ποὺ τά ῾λεγε, τυπωθήκανε στὴ θύμησή μου. Αὐτὸς ὁ γραμματικὸς ἔλεγε καὶ ξανάλεγε: ῾Σκώνιτι οὐ μήτηρ του κι τοὺν ἀνισπάζιτι κι τοῦ λέγ᾿: Τέκνου μου! Τέκνου μου!᾿. Αὐτὰ τὰ γράμματα ξέρω...».
 Ἤτανε μεσάνυχτα. Ὁ ἀγέρας βογγοῦσε. Ὁ Ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε ἀπάνου καὶ στάθηκε γυρισμένος κατὰ τὴν ἀνατολὴ κι ἔκανε τὸ σταυρό του τρεῖς φορές. Ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε ἀπὸ τὸ ταγάρι του μία φυλλάδα κι εἶπε:
«Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων!».
Ὁ Γιάννης πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του καὶ σταύρωσε τὰ χέρια του. Ἡ γυναίκα του βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε κι ἐκείνη καὶ στάθηκε κοντὰ στὸν ἄντρα της.
Κι ὁ γέροντας εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», χωρὶς νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τ᾿ ἀπολυτίκιο, ποὺ λέγει : «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἔψελνε γλυκὰ καὶ ταπεινά, κι ὁ Γιάννης κι ἡ Γιάνναινα τὸν ἀκούγανε μὲ κατάνυξη καὶ κάνανε τὸ σταυρό τους. Κι εἶπε ὁ Ἅγιος Βασίλης τὸν ὄρθρο καὶ τὸν κανόνα τῆς ἑορτῆς «Δεῦτε λαοί, ἄσωμεν», χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του κανόνα «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κι ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κι ἔκανε ἀπόλυση.
 Καθίσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος, ἡ γυναίκα του κι ὁ μπάρμπα - Μάρκος ὁ Βουβός, ποὺ τὸν εἶχε συμμαζέψει ὁ Γιάννης καὶ τὸν βοηθοῦσε.
Καί, σὰν ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπιτα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπιτα κι εἶπε:
«Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!».
Κι ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κι εἶπε: «τοῦ Χριστοῦ», ἔκοψε τὸ δεύτερο κι εἶπε: «τῆς Παναγίας», κι ὕστερα ἔκοψε τὸ τρίτο καὶ δὲν εἶπε: «τοῦ Ἁγίου Βασιλείου», ἀλλὰ εἶπε: «τοῦ νοικοκύρη τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου!».
Πετάγεται ὁ Γιάννης καὶ τοῦ λέγει:
«Γέροντα, ξέχασες τὸν Ἅη-Βασίλη!».
Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:
«Ἀλήθεια, τὸν ξέχασα!».
Κι ἔκοψε ἕνα κομμάτι κι εἶπε:
«Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου!».
Ὕστερα ἔκοψε πολλὰ κομμάτια, καὶ σὲ κάθε ἕνα ποὺ ἔκοβε ἔλεγε: «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ μωροῦ», «τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Μάρκου τοῦ μογιλάλου», «τοῦ σπιτιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν».
Λέγει πάλι ὁ Γιάννης στὸν Ἅγιο:
«Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιοσύνη σου;».
Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:
«Ἔκοψα, εὐλογημένε!».
Μὰ ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ καλότυχος!
Ἔστρωσε ἡ γυναίκα, γιὰ νὰ κοιμηθοῦνε. Σηκωθήκανε νὰ κάνουνε τὴν προσευχή τους. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἄνοιξε τὶς ἀπαλάμες του κι εἶπε τὴν δική του τὴν εὐχή, ποὺ τὴ λέγει ὁ παπᾶς στὴ λειτουργία:
«Κύριος ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὔκ εἰμι ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἴνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου...».
Σὰν τελείωσε τὴν εὐχὴ κι ἑτοιμαζόντανε νὰ πλαγιάσουνε, τοῦ λέγει ὁ Γιάννης :
«Ἐσύ, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, πές μας σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε ἀπόψε ὁ Ἅη-Βασίλης; Οἱ ἀρχόντοι κι οἱ βασιλιάδες τί ἁμαρτίες μπορεῖ νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστεν ἁμαρτωλοὶ καὶ κακορίζικοι, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε!».
 Ὁ Ἅγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι ἀπάνω, ἅπλωσε τὶς ἀπαλάμες του καὶ ξαναεῖπε τὴν εὐχὴ ἀλλιώτικα:
«Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδας ὅτι ὁ δοῦλος Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς, ἄξιός ἐστιν καὶ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην αὐτοῦ εἰσέλθῃς, ὅτι νήπιος ὑπάρχει, καὶ τῶν τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...».
Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

(Από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου,"Ευλογημένο καταφύγιο")